Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Διαπίστωση

Είναι πολύ άσχημα τα πράγματα όταν για να δεις πως είσαι όταν χαμογελάς αντί τον καθρέφτη κοιτάς παλιές φωτογραφίες...


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Κι όμως... έρωτας είναι

Ναι, έρωτας είναι! Έρωτας απόλυτος, χωρίς όρια, χωρίς τέλος. Έρωτας που υπομένει, περιμένει, μεγαλώνει, βαθαίνει...





Έρωτας τάχα


Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;

Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;

Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;

Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
και καλώς να ‘ρθει το κακό
που είν’ από σένα·
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα.


Θεώνη Δρακοπούλου - Παππά (Μυρτιώτισσα)

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Πόσο θέλω να σου μοιάσω

Πόσο θέλω αλήθεια να σου μοιάσω! Να γίνω όπως κι εσύ, εσύ που πάνω απ’ όλα έχεις τον εαυτό σου, εσύ που είσαι κενός από αληθινά συναισθήματα αλλά μέσα από τα λόγια σου και μόνο αυτά αφήνεις τους άλλους να καταλάβουν πόσο βαθειά σκεπτόμενο και συναισθηματικό άτομο είσαι. Θέλω να γίνω όπως εσύ, να παίρνω και πολλές φορές ν’ αρπάζω με τη βία από τους άλλους, και αντί για ευχαριστώ να μάθω να τους συμπεριφέρομαι με τον χειρότερο τρόπο και αντί να τους σφίγγω με ευγνωμοσύνη το χέρι να εκτείνω μπροστά το δικό μου χέρι με τα πέντε δάχτυλα διάπλατα ανοιχτά.
Θέλω να γίνω όπως εσύ, και κάθε φορά που διαπιστώνω ότι κάποιος με υποστηρίζει και μου προσφέρει να απαντώ με ένα «δεν με αφορά», αφού έχω βέβαια πάρει ό,τι μου έχουν δώσει.
Θέλω να σου μοιάσω και μα μάθω θα εκτιμώ μόνον όσους ξέρουν να λένε κολακευτικά λόγια χωρίς πρακτικό αντίκρισμα και χαίρουν της εκτίμησης των άλλων.
Έχω πραγματικά αρχίσει να σας ζηλεύω, όλους εσάς τους λύκους που μπορείτε να κατασπαράξετε όσους έχουν πιστέψει σε εσάς και σας έχουν αγαπήσει. Κάθεστε ευτυχισμένοι στο θρόνο που άλλοι έστησαν για σας φορώντας το φωτοστέφανο που σας φόρεσε η αγάπη τους.

Όμως, η αλήθεια είναι μόνο μία… Θέλω να σου φωνάξω: «Σε λατρεύω ψυχή μου»

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Η ασφάλεια της απομόνωσης

Καιρό είχα να γράψω, κι αυτό γιατί είπα να παγώσω το «μέσα» μου. Να σταματήσω να παρατηρώ και να προβληματίζομαι για τις συμπεριφορές των ανθρώπων, όποιο κι αν είναι το κανάλι που με συνδέει μαζί τους.
Οι απορίες και τα ερωτήματα που πολλές φορές έχω εκθέσει παραμένουν αναπάντητα και γίνονται ολοένα και πιο βαθειά. Τι το ψάχνω θα μου πείτε, κι ίσως όχι άδικα καθώς η φράση «ο εαυτός μου, ο εαυτούλης μου κι εγώ» είναι σημαία σχεδόν για όλους. Και στέκομαι σ’ αυτό το «σχεδόν», που από μόνο τους μας λέει ότι αφήνει το περιθώριο για κάτι διαφορετικό, για τις εξαιρέσεις που υπάρχουν όπως λένε για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ναι αλλά… τα βιώματα των τελευταίων 5, ίσως και περισσότερων, ετών μου έδειξαν τις χείριστες ποιότητες ανθρώπων. Τολμώ λοιπόν να διατηρήσω έστω και την παραμικρή ελπίδα ότι ο επόμενος άνθρωπος που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα μπει στη ζωή μου θα είναι αυτή η εξαίρεση; Ούτε γι’ αστείο δεν το ρισκάρω! Όλοι από μακρυά. Αν μη τι άλλο αυτή η τακτική παρέχει πλήρη ασφάλεια.
Παρατηρώντας γεγονότα και καταστάσεις, κάνοντας βουτιές μέσα στα συρτάρια του μυαλού μου και ανασύροντας πρόσωπα και πράγματα όλο και περισσότερο απογοητεύομαι, ακόμη και απελπίζομαι θα μπορούσα να πω. Αν το καλοσκεφτεί κανείς είναι φρίκη να υπάρχουν στο περιβάλλον σου άνθρωποι που δεν στερούνται τίποτα, έχουν όλα τα καλά του κόσμου για την καλοπέρασή τους και βλέποντας τη δική σου δυστυχία να σχολιάζουν με όση κακία μπορεί να διαθέτουν (και είναι απέραντη) «Καλά να πάθεις, ας πρόσεχες». Ή πάλι, να υπάρχουν άλλοι που προσπαθούσαν μήνες να σε πείσουν ότι είναι φίλοι και νοιάζονται εκθειάζοντας τις ομορφιές που διαθέτεις τόσο από πλευράς εμφάνισης όσο και πνεύματος, χαρακτήρα κ.λπ και σε μια δεδομένη στιγμή να σου πετάνε κατάμουτρα κάνοντας σε να νοιώσεις κατώτερος ακόμα κι από σκουπίδι ένα «Σιγά, μην γυρίσει ο τάδε να σε κοιτάξει!» διανθίζοντας το με το πιο σαρκαστικό, χλευαστικό και καταχθόνιο γέλιο τους. Φρίκη!
Την ίδια φρίκη αισθάνομαι πολλές φορές κι όταν αναλογίζομαι τις περιπτώσεις που έδωσα, όχι μόνο κομμάτια της ψυχής μου, αλλά και ενέργεια με πράξεις που σκοπό είχαν τη στήριξη και την ανάπτυξη των προσπαθειών τους και η ανταμοιβή δεν ήταν παρά ένας κραυγαλέος αποκλεισμός από το οικείο περιβάλλον. Σίγουρα όταν δίνεις από αγάπη δεν το κάνεις για να εισπράξεις ευχαριστώ. Αυτό που περιμένεις, προσδοκάς είναι, όπως όταν χαρίζεις σε κάποιον ένα πουκάμισο να το φορέσει και να δεις στο πρόσωπό του ζωγραφισμένη τη χαρά και μια γλυκιά ικανοποίηση γι’ αυτό που πήρε. Πιστεύω πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να ανταμειφθείς και μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να σου κάνει κάποιος που πήρε από σένα.
Δεν βαριέσαι! Θα συνεχίσω ν’ αγαπώ ό,τι και όποιον αγαπώ αλλά στο εξής κρύβοντάς το βαθειά μέσα μου. Αν ο άλλος αποφασίσει ότι αξίζει ας έρθει να το πάρει. Εγώ τα χαρτιά μου τα άνοιξα, τις αξίες και τα πιστεύω μου τα διατηρώ πάντα και δεν τα θυσιάζω σε κανένα βωμό καλοπέρασης ή εφήμερης ευτυχίας. Χίλιες φορές καλύτερα μόνη κι απομονωμένη παρά σε μια ζούγκλα που σε κάθε γωνία καραδοκεί ένας ακόμα «δήθεν άνθρωπος».

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Αγαπημένο "Μονόγραμμα"

Στην αρχή σκέφτηκα να επιλέξω δύο – τρία αποσπάσματα και να τα αναρτήσω εδώ. Τι όμως μπορεί κανείς να πρωτοδιαλέξει από αυτό το ποίημα; Ποιοι στίχοι, ποιες αράδες δεν μιλάνε μέσα την καρδιά;
Έχω τόσα να σου πω, μα ίσως είναι νωρίς ακόμα… δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς;



Θά πενθώ πάντα - μ’ ακούς; - γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο

Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.
Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα, μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα, τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο, τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού, γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά -κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:


Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.


ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό, μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ακούς
Είμ’εγώ, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, μ’ακούς

Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις, πού πάς καί ποιός, μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα, μ’ακούς
Νά μάς θάψουν, κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα, μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ακούς

Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι, μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα, δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς, μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει - ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω, μ’ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ακούς.


V.
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει, νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω, πιό κεί, προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τούς κόλπους, τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ, μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

VI.
Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος, καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο!

VII.
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Οδυσσέας Ελύτης